Σχέδιο νόμου για το
«Εθνικό σύστημα αξιολόγησης της ποιότητας
της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης».

Λάζαρος Απέκης



Το ΥΠΕΠΘ κυκλοφόρησε κείμενο “Πρόταση διαλόγου για τη θεσμοθέτηση του εθνικού συστήματος αξιολόγησης της ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης” .

Στα «Εισαγωγικά» της «Πρότασης» αναφέρεται ότι «η θεσμοθέτηση του εθνικού συστήματος αξιολόγησης της ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης αποτελεί σήμερα για την Ελλάδα αυτονόητη αναγκαιότητα, η οποία απορρέει τόσο από τη λειτουργία ανάλογων συστημάτων σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες εδώ και αρκετά χρόνια, όσο και από το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ένας σημαντικός αριθμός Πανεπιστημίων και ΤΕΙ στην Ελλάδα έχουν συμμετάσχει σε διαδικασίες αξιολόγησης της ποιότητας, αρκετές μάλιστα από τις οποίες πραγματοποιήθηκαν με την ευθύνη της Οργάνωσης των Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων (CRE)» και ότι «οι συνθήκες στην Ελλάδα είναι περισσότερο ώριμες από κάθε άλλη φορά για την ενεργοποίηση διαδικασιών αξιολόγησης της ποιότητας σε συστηματική βάση και μέσα από την κατάλληλη θεσμική οργάνωση».
Για όσους  γνωρίζουν τα πανεπιστημιακά πράγματα της χώρας όχι μόνον δεν είναι ώριμες οι συνθήκες για ένα εθνικό σύστημα αξιολόγησης, ώστε το μόνο που λείπει να είναι η νομοθετική ρύθμιση, αλλά η ίδια η πρόταση ούτε έχει λάβει υπόψιν της, ούτε και προτείνει να ληφθεί υπόψιν, στο πλαίσιο του προτεινόμενου διαλόγου, η εμπειρία αξιολόγησης που αναφέρεται ότι ήδη υπάρχει, πως έχει εφαρμοσθεί η αξιολόγηση και τι έχει αποδώσει στα ιδρύματα που την εφάρμοσαν.
Αντί αυτής της μελέτης και κατ’ αρχήν διαλόγου με βάση την υπάρχουσα εμπειρία, αναφέρεται ότι, εκτός από τη νομοθετική πρωτοβουλία για τη θεσμοθέτηση, έχει προβλεφθεί, στο πλαίσιο του ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ,  η ανάπτυξη ειδικής Ενέργειας, για την αρχική φάση της υλοποίησης των διαδικασιών αξιολόγησης της ποιότητας, όπως επίσης και για τη δημιουργία των αναγκαίων υποδομών, με χρηματοδότηση ύψους 3 δις δρχ. περίπου.
Δηλαδή, είναι ήδη όλα «δρομολογημένα». Προς τι ο διάλογος και επί ποίων θεμάτων;

Εντούτοις, από υπευθυνότητα, και παρά την πλούσια εμπειρία σε αιφνιδιασμούς και τετελεσμένα που τα ελληνικά ΑΕΙ έχουν αποκομίσει από το ΥΠΕΠΘ, προχωρούμε στη διατύπωση παρατηρήσεων, κρίσεων και συμπερασμάτων για την νέα παρέμβαση του ΥΠΕΠΘ στη λειτουργία του πανεπιστημίου.

Όπως αναφέρεται: «Η καθιέρωση του εθνικού συστήματος αξιολόγησης της ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα αποσκοπεί στη συνεχή βελτίωση της ποιότητας του επιτελούμενου έργου και της εν γένει λειτουργίας των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης», όπως επίσης και «στη διασφάλιση των προϋποθέσεων για την επίτευξη των στόχων τους και για την υποβοήθησή τους στην κατάρτιση των στρατηγικών και επιχειρησιακών σχεδίων τους και στην αποτελεσματική υλοποίησή τους».
Δε αναφέρεται όμως κανένα συγκεκριμένο στοιχείο για το πώς το εθνικό σύστημα αξιολόγησης θα επιτελεί αυτόν τον «υποστηρικτικό σε σχέση με τη λειτουργία και τη συνεχή ανάπτυξη των ιδρυμάτων ρόλο του» όπως αυτός συνοψίζεται. Αντ’ αυτού:

Αυτές οι διατυπώσεις δε συμβιβάζονται με «υποστηρικτικό ρόλο». Αντιθέτως περιγράφουν μια νέα εκ των άνω παρέμβαση, την οποία θα πρέπει να υιοθετήσουν «πάραυτα» όλα τα ιδρύματα της χώρας. Και παρ’ όλα αυτά:
  Για να έχει νόημα η αξιολόγηση ή αποτίμηση των λειτουργιών ενός ΑΕΙ θα πρέπει να έχει νόημα ταυτόχρονα και μια διαδικασία αφ’ ενός αξιοποίησης των αποτελεσμάτων της αποτίμησης, αφ΄ετέρου μια διαδικασία «καταλογιμού» των συμπερασμάτων της αποτίμησης στο ίδρυμα αυτό.
Όμως, ποιούς όρους και προϋποθέσεις της λειτουργίας του ελέγχει ένα ελληνικό ΑΕΙ, ώστε να «αξιολογηθεί» και να του «καταλογισθούν» τα συμπεράσματα μιας  «αξιολόγησης»; Όταν ένα ελληνικό ΑΕΙ δεν έχει ούτε κάν την ευθύνη συμμετοχής στην εξασφάλιση αυτών των καθοριστικών προϋποθέσεων και όρων λειτουργίας του, πως είναι δυνατόν να έχει νόημα μια «αξιολόγησή» του και ποιός θα μπορούσε να είναι ο στόχος της, οι συνέπειές της;
 

Η προτεινόμενη αξιολόγηση και ως αντίληψη και ως μεθοδολογία είναι απορριπτέα γιατί θα επιβάλει στο σύνολο των ιδρυμάτων μη ακαδημαϊκές λειτουργίες και κανόνες, και θα επιτείνει την απορρίθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης. Γι’αυτό πρέπει να ανακληθεί.
Δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό σήμερα ένα κεντρικό σύστημα αξιολόγησης.
Το πανεπιστήμιο μέσα από τις κανονικές και θεσμικές του λειτουργίες αυτοαξιολογείται. Η εμπειρία αυτή και η συστηματοποίησή της καθώς και η δημοσιοποίση των αποτελεσμάτων είναι υπόθεση των ίδιων των ιδρυμάτων, στο πλαίσιο της αυτοτελούς λειτουργίας τους.
Είναι πρόκληση να διατίθενται από τούς πόρους του Γ΄ΚΠΣ  περίπου 3 δισ δραχμές για να τεθεί σε λειτουργία το σύστημα αξιολόγησης, ενώ είναι κραυγαλέες οι ανάγκες σε προσωπικό, υποδομές και εξοπλισμούς, προτίστως των νεοϊδρυθέντων τμημάτων αλλά και του συνόλου των ιδρυμάτων. Πρέπει αυτοί οι πόροι να αναπροσανατολιστούν προς την ενίσχυση της κανονικής λειτουργίας του πανεπιστημίου και όχι στην «αξιολόγησή» του.

Αθήνα 3 Ιουνίου 2001