Αγαπητή Καθημερινή*,

Με μεγάλο ενδιαφέρον πήρα στα χέρια μου το φύλο της 20/1/2002 για να διαβάσω την έρευνα για τα Πανεπιστήμια, που ήταν επίκαιρη την επομένη των κινητοποιήσεων των πανεπιστημιακών.

Δυστυχώς η ανάγνωση των άρθρων μου άφησε την αίσθηση της απογοήτευσης για τους συγγραφείς τους και για την προχειρότητα των συμπερασμάτων τους.

Σε μια σύντομη επιστολή, που υπολείπεται σημαντικά του όγκου ενός και μόνο άρθρου της εφημερίδας δε νομίζω ότι είναι άξιο λόγου να αναφερθεί κανείς στις οιμωγές των νοσταλγών της «εποχής των θαλασσοπόρων», δηλαδή του αυταρχικού και άκρως αντιδραστικού θεσμού της αλήστου μνήμης έδρας. Είναι λύπης άξιον μάλιστα το γεγονός, ότι αυτοί, αισθανόμενοι την αδυναμία να υπερασπίσουν τα επιχειρήματά τους καταφεύγουν σε διαστρέβλωση των γεγονότων .

Αξιοσημείωτο όμως είναι και το γεγονός ότι σε πολλά σημεία της έρευνας χρησιμοποιούνται οι πολύ εύστοχες (αλλά όχι καθολικής ισχύος) διαπιστώσεις και παρατηρήσεις του βιβλίου του γνωστού συναδέλφου κ. Λ. Απέκη, χωρίς όμως να αναφέρονται πουθενά τα συμπεράσματά του...

Θα ήθελα εδώ να εκφράσω μερικές σκέψεις που πιστεύω ότι σε γενικές γραμμές συμμερίζονται πολλοί συνάδελφοί μου, τουλάχιστον αυτοί που έχουν αφιερώσει τον εαυτό τους στην έρευνα και τη εκπαίδευση.

Ο νόμος 1268/82 στάθηκε η αφετηρία μιας πραγματικής επανάστασης στο χώρο των ΑΕΙ. Νέες δυνάμεις άρχισαν να διδάσκουν και να ερευνούν. Άνθρωποι αδιάφοροι, καταπιεσμένοι και απογοητευμένοι απέκτησαν νέες δυνατότητες και προοπτικές. Μόνο που αυτή η «άνοιξη» δεν κράτησε πολύ... Σήμερα πια από κείνο το νόμο ελάχιστα έχουν μείνει. Οι αλλεπάλληλες τροπολογίες με αποκορύφωμα το νόμο Σουφλιά (που τόσο πολέμησε, αλλά στην πράξη εφήρμοσε με ελάχιστες αλλαγές το ΠΑΣΟΚ) αναίρεσαν πληθώρα θετικών στοιχείων της αρχικής μεταρρύθμισης.

Παρ΄ όλα αυτά υπάρχουν κι είναι πολλές εκείνες οι δυνάμεις που αφιερώνουν όλη τους την ενέργεια στην επιστήμη και τη διδασκαλία. Είναι πολλοί εκείνοι που δεν βλέπουν την Πανεπιστημιακή τους θέση ως εφαλτήριο πλουτισμού, αλλά ξοδεύουν πολλά ακόμη κι από τον μισθό τους που είναι 2 και 3 φορές μικρότερος από τον μισθό των πλέον χαμηλόμισθων συναδέλφων τους στην Ευρώπη, για την έρευνα και την εκπαίδευση. Είναι πολλοί εκείνοι που προσπαθούν να διδάξουν σε αμφιθέατρα με στοιβαγμένους ακόμη κι όρθιους φοιτητές, σε Τμήματα χωρίς υποδομή. Είναι πολλοί εκείνοι που νιώθουν αμέριστη ικανοποίηση όταν βλέπουν πολλούς φοιτητές τους να γίνονται δεκτοί με επαίνους και υποτροφίες στα καλύτερα Πανεπιστήμια του κόσμου, όπου και διαπρέπουν. Κι είναι πολλοί εκείνοι που χωρίς να μετατραπούν σε «ιπτάμενους», χαίρουν αναγνώρισης και σεβασμού σε πολλές χώρες του κόσμου για το επιστημονικό τους έργο.

Είμαι ο τελευταίος που θα ισχυρισθεί ότι η Ανώτατη Εκπαίδευση δεν έχει προβλήματα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κι εμείς αντανάκλαση της κοινωνίας μας είμαστε. Όμως την κύρια ευθύνη έχει η Πολιτεία κι ο νομοθέτης. Δεν θα μπω, λόγω χώρου, σε λεπτομέρειες. Αξίζει όμως ν’ αναφερθεί κάτι. Λίγα λεπτά πριν γράψω αυτή την επιστολή άκουσα τον Υπουργό Παιδείας στη Βουλή να διακηρύσσει με οργίλο ύφος: «Πως είναι δυνατόν Πανεπιστημιακοί Καθηγητές που εργάζονται σε κρατικά Νοσοκομεία!». Κι εγώ σκέφτηκα: ναι, αλλά πως είναι δυνατόν Καθηγητές Πολυτεχνείου, της Νομικής, των Οικονομικών Σχολών να διατηρούν τα δικά τους γραφεία ή εταιρίες και μάλιστα με την ευλογία της Πολιτείας που νομιμοποίησε τη μισονόμιμη (ή μήπως μισοπαράνομη;) κατάσταση που υπήρχε πριν; Πως είναι δυνατόν η Πολιτεία όχι να δέχεται, αλλά να ενθαρρύνει τη δημιουργία δεκάδων «εξωτικών» Τμημάτων με μοναδικό στόχο την αύξηση των εισακτέων και την εξυπηρέτηση κάποιων; Πως είναι δυνατόν να κομπορημονεί για την ίδρυση εκατοντάδων μεταπτυχιακών κύκλων με χιλιάδες φοιτητές χωρίς να τα χρηματοδοτεί; Πως είναι δυνατόν να χρησιμοποιεί συμβασιούχους, αλλά και τη «μαύρη» εργασία των μεταπτυχιακών φοιτητών για την εκπαίδευση; Πως είναι δυνατόν να αγνοεί παντελώς τη βασική έρευνα που χτίζει τα θεμέλια του μέλλοντος; Πως τέλος είναι δυνατόν να αφήνει τους Πανεπιστημιακούς με τόσο χαμηλές αποδοχές και την προοπτική της πενιχρής σύνταξης, σπρώχνοντάς τους έτσι σε άλλες ... κατευθύνσεις που απλόχερα προσφέρει η αγορά;

Θέλω να ευχαριστήσω για τη φιλοξενία, αλλά και να ευχηθώ στην έγκριτη εφημερίδα σας, στο μέλλον, όταν προετοιμάζει παρόμοιες έρευνες, ειδικότερα για τα Πανεπιστήμια, να μη λησμονεί να απευθύνεται και στις ζωντανές δυνάμεις των μαχόμενων Πανεπιστημιακών λειτουργών.

Αθήνα 23/1/2002

Χρήστος Τρικαλινός Αναπληρωτής Καθηγητής
Τμήματος Φυσικής Πανεπιστημίου Αθηνών
Πρόεδρος  Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων ΔΕΠ ΑΕΙ
Τηλ. Γρ. 0107276885 Τηλ. Οικ.0109613922
ctrikali@cc.uoa.gr
http://www.cc.uoa.gr/~ctrikali


 

________________________
*
το άρθρο εστάλη από τον συντάκτη στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ για δημοσίευση.