Σκέψεις και σχόλια επί της πρότασης διαλόγου για την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου των Μεταπτυχιακών Σπουδών και της Πανεπιστημιακής Έρευνας

Σοφία Σταματάκη
Τμήμα Μηχ. Μεταλλείων-Μεταλλουργών
Συνάδελφοι,

Επιθυμώ να θέσω υπόψη σας τις σκέψεις μου σχετικά με την πρόταση διαλόγου για την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου των Μεταπτυχιακών Σπουδών και της Πανεπιστη-μιακής Έρευνας όπως αυτό αποτυπώνεται στο τρίτο κατά σειρά σχέδιο του ΥΠΕΠΘ.

Αν και θα περίμενε, λογικά, κανείς ότι μετά τα δύο σχέδια που είχαν προηγηθεί και τις αντιδράσεις των φορέων της Πανεπιστημιακής κοινότητας το Υπουργείο θα προέβαινε σε αλλαγές που θα ενσωμάτωναν τις απόψεις που είχαν διατυπωθεί, διαπιστώνεται ότι η πολιτική βούληση είναι δεδομένη και ο σχεδιασμός για την προώθηση των θεμάτων αυτών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση απόλυτα σαφής.

Σχετικά με τις Μεταπτυχιακές Σπουδές:

1. Το σχέδιο ορίζει ότι την ευθύνη του σχεδιασμού, της οργάνωσης και της απονομής των τίτλων σπουδών έχουν τα Πανεπιστήμια, και,..... σε κάθε Τμήμα Ελληνικού ΑΕΙ λειτουργεί ένα και μόνο ΠΜΣ, το οποίο φέρει την ονομασία του Τμήματος και μέσω του οποίου πραγματοποιούνται και χορηγούνται οι τίτλοι σπουδών.

Η θεώρηση αυτή είναι γενικά σωστή δεδομένου ότι ένα Τμήμα θα πρέπει να αποτελεί την «κοιτίδα» κάθε Μεταπτυχιακού Προγράμματος και το οποίο θα φέρει την ευθύνη για την ανάπτυξη και την αξιολόγησή του καθώς θα αποτελεί μια από τις βασικές συνιστώσες της εκπαιδευτικής του λειτουργίας.

Αυτό όμως αναιρείται στη συνέχεια των άρθρων όταν, θεσπίζοντας τη διακρατική συνεργασία για τις μεταπτυχιακές σπουδές με αναγνωρισμένα ομοταγή ιδρύματα της αλλοδαπής (σοβαρό ερώτημα προκύπτει για το ποια είναι τα ομοταγή Ιδρύματα λόγω των αλλαγών που έχουν γίνει στη Ε.Ε βάσει της συνθήκης της Μπολόνια), οι τίτλοι σπουδών μπορεί να έχουν τα χαρακτηριστικά και την ονομασία των αντιστοίχων τίτλων που χορηγούνται από μια από τις συνεργαζόμενες χώρες, ο Υ.Δ δύο επιβλέποντες καθώς και διευρυμένη Συμβουλευτική Επιτροπή και να ανήκει οργανωτικά και διοικητικά στο Τμήμα στο οποίο ανήκει και ο επιβλέπων του.

Μια τέτοια «ισορροπιστική» θεώρηση των επιστημονικών συνεργασιών σε επίπεδο μεταπτυχιακών σπουδών δημιουργεί πολύ χαλαρό πλαίσιο διαπίστευσης της ποιότητας των προγραμμάτων, της οργάνωσης και της καθοδήγησης των συμμετεχόντων και ιδιαίτερα των μεταπτυχιακών σπουδαστών, αλλά πολύ σημαντικότερο, δημιουργεί προϋποθέσεις για ανεξέλεγκτο πλήθος μεταπτυχιακών προγραμμάτων που μπορεί να προκύψουν από αμφισβητούμενες Πανεπιστημιακού επιπέδου συνεργασίες και τίτλους καθώς δεν υπάρχει πλέον συγκεκριμένος φορέας ευθύνης.

2. Στα πλαίσια των αλλαγών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση σε σχέση με τη συνθήκη της Μπολόνια και βάσει της νομοθετικής ανωτατοποίησης των ΤΕΙ στη χώρα μας, θεσπίζεται η σχεδόν ισότιμη συμμετοχή των ΤΕΙ, του Επιστημονικού προσωπικού τους (διδακτόρων) και των αποφοίτων τους, σε όλους τους τύπους μεταπτυχιακών προγραμμάτων, διδακτορικών και μη. Το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις συμμετοχής αφήνονται να καθοριστούν στον ΕΚΛ κάθε Ιδρύματος, μόνο σύγχυση μπορεί να προκαλέσει. Για παράδειγμα, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο μπορεί να δεχθεί αποφοίτους ΤΕΙ για χορήγηση Δ.Δ σε θετικό-εφαρμοσμένο προσανατολισμό με διαφορετικούς ή καθόλου όρους από ότι το Μετσόβιο -κανείς δεν το αποκλείει-, και το αποτέλεσμα στην αναγνώριση των τίτλων και στο αντίκρυσμα στην αγορά εργασίας να είναι απόλυτα ισοδύναμο !!!.

3. Για πρώτη φορά αναγνωρίζεται ότι τα Μεταπτυχιακά Διπλώματα Ειδίκευσης (ΜΔΕ) είναι και αυτά επιπέδου Master, όταν από την πρώτη θέσπισή τους (στα πλαίσια του ΕΠΕΑΕΚ Ι) ήταν σαφές ότι αποτελούσαν προγράμματα επαγγελματικού κυρίως χαρακτήρα. Για παράδειγμα, ο απόφοιτος του Τμήματός μας ο οποίος έχει ακολουθήσει την εμβάθυνση των υλικών, θα είναι διπλωματούχος Μηχ. Μεταλλείων –Μεταλλουργός με προχωρημένες σπουδές (Master) στην επιστήμη και τεχνολογία των υλικών και παράλληλα, θα λειτουργεί το διατμηματικό πρόγραμμα των Υλικών το οποίο θα χορηγεί ανάλογο τίτλο (Master στην επιστήμη και τεχνολογία των υλικών) σε κάθε άλλο απόφοιτο Ελληνικού Πανεπιστημίου και ΤΕΙ. Πως μπορεί, επομένως, να λειτουργούν παράλληλα ΠΠΣ και ΜΔΕ σε επιστημονικά αντικείμενα τα οποία αποτελούν όλο ή μέρος του πεδίου που θεραπεύει ένα Τμήμα και χορηγεί τίτλο σπουδών σε αυτό;.

4. Τα Διπλώματα Προχωρημένων Σπουδών (επιπέδου Master), με τα οποία ισοδυναμούν πλέον και οι τίτλοι σπουδών του ΕΜΠ, αποδίδονται εφόσον το πρόγραμμα σπουδών περιέχει μαθήματα εμβάθυνσης προχωρημένου επιπέδου τα οποία καλύπτουν ολόκληρο το εύρος του γνωστικού αντικειμένου του Τμήματος ή μέρος αυτού υπό τον όρο ότι αυτό αντιστοιχεί σε θεσμοθετημένη κατεύθυνση ή ειδίκευση του ενιαίου πτυχίου του Τμήματος.

Είναι σαφές ότι προχωρημένες σπουδές σε όλο το εύρος του γνωστικού αντικειμένου ενός Τμήματος είναι μάλλον επιστημονικά άτοπο να πραγματοποιηθούν. Μόνο προχωρημένες σπουδές δεν θα είναι. Η δεύτερη επιλογή σημαίνει πρακτικά ότι θα αναγράφεται η εμβάθυνση στο πτυχίο και ως εκ τούτου, το υπόδειγμα τίτλου σπουδών του ΕΜΠ (βλέπε ΕΚΛ) θα πρέπει να τροποποιηθεί έτσι ώστε ο προσδιορισμός «προχωρημένες σπουδές στη....» να αναφέρεται στην εμβάθυνση που έχει επιλεγεί.

Πρέπει να επισημανθεί ότι η υιοθέτηση της επιλογής αυτής αφήνει πιθανά ανοικτό το θέμα της σταδιακής υλοποίησης του 4+1 στον κύκλο σπουδών.

5. Η θεσμοθέτηση του ότι τα μέλη ΔΕΠ πρέπει να καλύπτουν το 50% των ωρών του αμιγώς διδακτικού έργου του ΠΜΣ που οργανώνει το Τμήμα είναι σωστό. Στην περίπτωση όμως που συνεχιστεί η αρνητική πολιτική του Υπουργείου στη ανανέωση του προσωπικού και στη στελέχωση των Ιδρυμάτων, τα δυνατά ενδεχόμενα μια τέτοιας πολιτικής είναι:

6. Θα πρέπει να εξεταστεί με προσοχή η παραγρ. 3 του άρθρου 8 βάσει της οποίας δίνεται η δυνατότητα να οριστεί ως επιβλέπων μεταπτυχιακού σπουδαστή, ερευνητής κατηγορίας Α, Β ή Γ ερευνητικού κέντρου ή Ινστιτούτου.

Η διάταξη αυτή αναιρεί για άλλη μια φορά την ευθύνη των Ιδρυμάτων στην παρακολούθηση των μεταπτυχιακών τους προγραμμάτων. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την παραγρ. 6 (β) του άρθρου 10, οι υποψήφιοι διδάκτορες ανήκουν από οργανωτική και διοικητική άποψη στο Τμήμα στο οποίο ανήκει ο επιβλέπων της διατριβής !!....... Παύει δηλαδή η οργανωτική σχέση μεταπτυχιακού σπουδαστή με το Τμήμα που ευθύνεται για το πρόγραμμα και θεσπίζεται η σχέση μεταπτυχιακού και επιβλέποντος όπου αυτός οργανωτικά ανήκει.

7. Σύμφωνα με την παραγρ.12 του άρθρου 9, μετά την έγκριση της διδακτορικής διατριβής από την εξεταστική επιτροπή, το διδακτορικό τίθεται υπό τη δημόσια κριτική της επιστημονικής κοινότητας είτε με τη κυκλοφορία της διατριβής στο ελεύθερο εμπόριο, είτε με τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων του σε διεθνώς ανεγνωρισμένο επιστημονικό περιοδικό.

Η άποψη αυτή αντιφάσκει με την πραγματικότητα που θέλει τη διδακτορική έρευνα ανοικτή στην επιστημονική κριτική καθ΄όλη τη διάρκειά της, έτσι ώστε η κριτική αυτή να συμβάλλει θετικά στην εξέλιξη της έρευνας. Ο ερευνητής μπορεί να κατοχυρώνει τα επιστημονικά του ευρήματα και συμπεράσματα μέσα από τους κανόνες των επιστημονικών εκδόσεων και δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζει την εργασία του ως προϊόν εμπορίου.

8. Σχετικά με τα διατμηματικά προγράμματα σπουδών, η δεύτερη εναλλακτική διατύπωση του άρθρου 10 είναι γενικά καλύτερη.

9. Είναι απορίας άξια η λογική με την οποία υποτίθεται ότι σχεδιάζεται η εκπαιδευτική πολιτική. Σύμφωνα με το άρθρο 12, 2(β), η τρέχουσα περίοδος λειτουργίας όλων των υφισταμένων ΠΜΣ λήγει το αργότερο μέχρι το τέλος του επόμενου ακαδημαϊκού έτους και προκειμένου να συνεχιστεί η λειτουργία τους πρέπει να υποβληθούν σχετικές προτάσεις ανανέωσης οι οποίες θα πρέπει να είναι πλήρως εναρμονισμένες με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Να επισημανθεί ότι οι προτάσεις για τα προγράμματα ΜΔΕ υποβλήθηκαν πρόσφατα και αξιολογούνται ακόμα σήμερα με κριτήρια μη εναρμονισμένα με τις διατάξεις του νόμου. Επομένως, σε σύντομο χρόνο θα απαιτηθεί η επανα-υποβολή των προτάσεων και η επανα-αξιολόγηση τους με πιθανότητα και αντιφατικών κρίσεων μεταξύ των δύο αξιολογήσεων.

10. Ενώ το σχέδιο διακατέχεται από ιδιαίτερα έντονη αισιοδοξία για το πλήθος και το είδος των ΠΜΣ τα οποία θα οργανωθούν με στόχο την επιστημονική και ανταγωνιστική αναβάθμιση του δυναμικού της χώρας, αφήνει το θέμα των πόρων στα ίδια τα Ιδρύματα χωρίς να αναφέρεται στοιχειωδώς για την συνδρομή της Πολιτείας στην αύξηση του Τακτικού Προϋπολογισμού των Ιδρυμάτων. Αντιθέτως, και αυτό είναι που εκφράζει τελικά και την πολιτική βούληση, αφήνει ελεύθερη την απευθείας χρηματοδότηση από άλλους φορείς του ευρύτερου δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, καθώς και την επιλεκτική χρηματοδότηση προγραμμάτων από το ΥΠΕΠΘ μετά από εισήγηση του Εποπτικού Συμβουλίου Μεταπτυχιακών Σπουδών και Έρευνας (ΕΣΜΣΕ).

Το μεν πρώτο είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσει, αντικειμενικά, τον προσανατολισμό των μεταπτυχιακών σπουδών όχι απαραίτητα στην εμβάθυνση της επιστήμης και της τεχνολογίας και στην παραγωγή γνώσης με ορίζοντα το αύριο, αλλά στην εκάστοτε επικρατούσα τάση της αγοράς και στον άστοχο «μηρυκασμό» της τάχα διεθνούς εμπειρίας, την οποία, ας μην ξεχνάμε, ανακαλύπτουμε και άκριτα εφαρμόζουμε με σημαντική χρονική υστέρηση και όταν πλέον είναι παρωχημένη.

Το δεύτερο, δεν ορίζει τα κριτήρια με τα οποία το Υπουργείο και το ΕΣΜΣΕ θα αξιολογούν την βαρύτητα ενός προγράμματος για τη χρηματοδότησή του. Είναι σαφές ότι το ενδεχόμενο να προκύψουν προγράμματα διαφορετικών ταχυτήτων και αξίας είναι ορατό. Και δεν θα ήταν κατακριτέο εάν αυτό το ενδεχόμενο ήταν αποτέλεσμα της ποιότητας ενός προγράμματος. Γίνεται όμως αντικείμενο κριτικής όταν συνδέεται με τη στοιχειώδη βάση κάλυψης των λειτουργικών του αναγκών και την παντελή έλλειψη κριτηρίων σχεδιασμού και ανάπτυξης μεταπτυχιακών σπουδών στη χώρα. Άραγε προγράμματα κοινωνικού προσανατολισμού ή αντικειμένων που δεν εντάσσονται στην παρούσα μόδα της "νέας οικονομίας" θα έχουν δυνατότητα να υπάρξουν μόνο με τους υφιστάμενους πόρους των Ιδρυμάτων ;

Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η φιλοσοφία που ταλανίζει τον Πανεπιστημιακό χώρο για την άμεση σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας και την προώθηση του επιχειρηματικού πνεύματος, φιλοσοφία και σχεδιασμός που προέρχεται από την Ε.Ε και αναπαράγεται ατεκμηρίωτα τα τελευταία χρόνια μεταξύ μας, δέχεται σήμερα εντονότατη αμφισβήτηση μέσα στους κόλπους της ίδιας της Ε.Ε. με αποκορύφωμα την κριτική που έχει ασκηθεί στην έκθεση του Επιτρόπου Μπόλκεσταϊν, αρμόδιου για θέματα εσωτερικής αγοράς και υπέρμαχου της αναγνώρισης των τίτλων των ξένων πανεπιστημίων, κριτική που εκφράζεται με θέσεις όπως..........η εκπαίδευση δεν ταυτίζεται με την κατάρτιση και δεν μπορεί να οριστεί απλά ως η προπαρασκευή των ατόμων για την απασχόληση......... .......αποστολή των εκπαιδευτικών συστημάτων είναι αφενός να βοηθούν τον άνθρωπο να αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες, αφετέρου να συμβάλλουν στην ανάπτυξη συναισθηματικά υγιών και ισορροπημένων προσωπικοτήτων με ανεπτυγμένη συνείδηση του ρόλου τους ως πολιτών.............το έργο των συστημάτων κατάρτισης συνίσταται στην καλλιέργεια συγκεκριμένων δεξιοτήτων πιο περιορισμένης εφαρμογής σε ειδικές εργασίες........

Μήπως θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε όλα αυτά με περισσότερο σκεπτικισμό πριν ο υπερβάλλον ζήλος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης οδηγήσει σε «αίολους» σχεδιασμούς και εφαρμογές ;
 

Σχετικά με την Πανεπιστημιακή Έρευνα

Η πρώτη γενική διαπίστωση αφορά στην κατάτμηση των ερευνητικών δραστηριοτήτων και τη μεταφορά τους σε μονάδες (Κέντρα και ΕΠΙ), τα οποία, είτε ασαφώς, είτε καθόλου συνδέονται με τις ακαδημαϊκές μονάδες. Θα μπορούσε, καλοπροαίρετα, να θεωρήσει κανείς ότι μια τέτοια ενέργεια θα συνέβαλλε στην οικονομία πόρων, στη συγκέντρωση του ερευνητικού δυναμικού, στην αξιοποίηση των νέων ερευνητών, στην εδραίωση της συλλογικής διεξαγωγής της έρευνας και στην καλύτερη αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της.

Εκείνο όμως το οποίο χαρακτηρίζει όλο το σχέδιο είναι η προσπάθεια αποδέσμευσης της στρατηγικού σημασίας και τεχνολογικής αιχμής έρευνα από το ακαδημαϊκό πλαίσιο και τους όρους με τους οποίους αυτό λειτουργεί (Πανεπιστημιακά όργανα, Δημόσιο Λογιστικό και Ειδικός Λογαριασμός), καθώς και η σύνδεση της έρευνας σχεδόν αποκλειστικά με τις μεταπτυχιακές σπουδές, αποδυναμώνοντας την όποια προσφορά αυτή μπορεί να έχει στο προπτυχιακό/εκπαιδευτικό επίπεδο.

1. Θεσπίζεται η δυνατότητα δημιουργίας Κέντρων Έρευνας τα οποία, παρά το γεγονός ότι αποφεύγεται να αναφερθεί στο σχέδιο αυτό ότι αναλαμβάνουν την μεσαίας κλίμακα έρευνα, τίθενται πάνω από τα Εργαστήρια των Τομέων, των Τμημάτων ή των Σχολών (διατμηματικές και διασχολικές συνεργασίες) και αποτελούν πρακτικά ενδιάμεση δομή (Εργαστήρια-Κέντρα-ΕΠΙ). Οι όροι οργάνωσης και λειτουργίας των Κέντρων φαίνονται αρκετά βελτιωμένοι σε σχέση με όσα αναφερόταν στα προηγούμενα σχέδια και γίνεται προσπάθεια, έστω και φραστική, για τη σύνδεση του ερευνητικού έργου των Κέντρων με την προπτυχιακή και μεταπτυχιακή δραστηριότητα του οικείου Τμήματος.

Παραμένουν όμως ανοικτά θέματα σε σχέση με τη λειτουργία και τη διοίκηση των διατμηματικών ή διασχολικών Κέντρων, όπως :

Όλα τα ανωτέρω θα καθορίζονται, σύμφωνα με το σχέδιο, στο Π.Δ ίδρυσης κάθε Κέντρου γεγονός που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές διαφοροποιήσεις στη φύση και στον τρόπο λειτουργίας των Κέντρων ανά Ίδρυμα ή και εντός του ίδιου του Ιδρύματος.

(Εάν για παράδειγμα, αποφασιστεί η δημιουργία ενός Κέντρου "Μεθόδων Ανάλυσης" μεταξύ Τμημάτων του ΕΜΠ, ο εργαστηριακός εξοπλισμός που υπάρχει στα Τμήματα και αφορά σε χημικές και φυσικές μεθόδους ανάλυσης -εξοπλισμός κυρίως μεγάλης κλίμακας- μεταφέρεται στο Κέντρο και πως; Τι σημαίνει αυτό για τα ήδη λειτουργούντα Εργαστήρια των Τμημάτων; Το Κέντρο θα εξοπλιστεί με νέο σχετικό εξοπλισμό και πού θα στηρίξει την αρχική του λειτουργία έως ότου αναπτύξει αυτοδυναμία; Με ποια κριτήρια θα συμβάλλουν τα Τμήματα από τους προϋπολογισμούς τους και με ποιες δεσμεύσεις έναντι των άλλων υποχρεώσεών τους σε ερευνητικό και εκπαιδευτικό επίπεδο; )

2. Θεσπίζεται η δυνατότητα ίδρυσης Ερευνητικών Πανεπιστημιακών Ινστιτούτων (ΕΠΙ), τα οποία είναι ΝΠΙΔ, τελούν υπό την εποπτεία του ΥΠΕΠΘ και συνεργάζονται με τρίτους, νομικά ή φυσικά πρόσωπα του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα. Τα ΕΠΙ αναπτύσσουν ερευνητικές δραστηριότητες περιφερειακής ή εθνικής σημασίας !!, σε περιοχές επιστημονικής και τεχνολογικής αιχμής, ή σε περιοχές που αποτελούν εθνικές στρατηγικές επιλογές και προτεραιότητες !!! και απαιτούν υποδομές μεγάλης κλίμακας. Η ίδρυση των ΕΠΙ αποσκοπεί στη ερευνητική υποστήριξη του επιτελούμενου εκπαιδευτικού έργου, ιδίως σε μεταπτυχιακό επίπεδο….

Η σαφέστατη προδιαγραφή του πεδίου των ερευνητικών δραστηριοτήτων των ΕΠΙ ορίζει ότι το ποιο κρίσιμο, το εθνικά και τεχνολογικά αξιόλογο, χρήσιμο και επομένως προσοδοφόρο τμήμα της έρευνας μπορεί να μεταφερθεί εκτός ΑΕΙ. Δεδομένης της ανταγωνιστικότητας στον τομέα της έρευνας, είναι φανερό ότι στις περιοχές της επιστήμης και της τεχνολογίας που θα θεραπεύουν τα ΕΠΙ, ο ρόλος των Πανεπιστημίων μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να είναι μόνο συμπληρωματικός.

Οι λειτουργικές, οργανωτικές και διοικητικές αυτονομίες που παρέχονται στα ΕΠΙ, η οικονομική πριμοδότησή τους από κάθε πηγή σε προσωπικό και μεγάλης κλίμακας εξοπλισμούς, η άμεση εμπλοκή τους στο επίπεδο των μεταπτυχιακών σπουδών και η προνομιακή εκχώρηση της έρευνας, σε συνδυασμό με τη διακηρυγμένη άποψη ότι "τα ΑΕΙ δεν μπορούν να είναι πλέον στην κορυφή της πυραμίδας της γνώσης και σήμερα απαιτούνται περισσότεροι φορείς γνώσης", δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς για τη δυναμική μετεξέλιξη τους σε φορείς παιδείας και έρευνας ιδιωτικού χαρακτήρα στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Δεν είναι αβάσιμο να προβλέψει κανείς ότι ο νέος ρόλος των ΑΕΙ. θα είναι η μαζική προπτυχιακή εκπαίδευση συνοδευόμενη από τη μικρή και εν μέρει τη μεσαία κλίμακας έρευνα.

3. Τα ΕΠΙ λειτουργούν στο πλαίσιο ενός ή και περισσοτέρων Τμημάτων που ανήκουν σε ένα ή περισσότερα Πανεπιστήμια…...

Ως ακαδημαϊκό "πλαίσιο", στο σχέδιο νόμου, νοείται:

Οι όροι αυτοί και μόνο προσδιορίζουν και σε αυτούς εξαντλείται η ακαδημαϊκή σχέση ΕΠΙ/Τμημάτων και Ιδρυμάτων.

4. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδρυση ενός ΕΠΙ (άρθρο 17, παραγρ.4) είναι ο προσδιορισμός του αρχικού κεφαλαίου κίνησης τόσο σε οικονομικούς πόρους όσο και σε υλικοτεχνική υποδομή και η αυτοδέσμευση των Τμημάτων για την εξασφάλισή του.

Είναι το λιγότερο οξύμωρο τα Τμήματα να αυτοδεσμεύονται στο να προσφέρουν πόρους και υποδομή στα ΕΠΙ όταν, στη συνέχεια, δεν διαγράφεται καμία σχέση και αμοιβαίο όφελος για το σύνολο των δραστηριοτήτων των Τμημάτων.

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι το Δ.Σ και ο Δ/ντής του ΕΠΙ (άρθρο 19) έχουν την απόλυτη αρμοδιότητα για το σχεδιασμό, τον έλεγχο, την οικονομική πολιτική, τις προσλήψεις κλπ. του Ινστιτούτου, χωρίς να προβλέπεται ούτε καν η ενημέρωση των συλλογικών ακαδημαϊκών οργάνων που ενέκριναν την ίδρυση του ΕΠΙ και εξασφάλισαν τους όρους για τη λειτουργία του.

4. Τόσο ο μηχανισμός διοίκησης όσο και το σώμα εκλογής των οργάνων διοίκησης (άρθρο 18) συγκεντρώνεται στις δύο ανώτερες βαθμίδες, Καθηγητή και Αναπλ. Καθηγητή, αποκλείοντας ακαδημαϊκές βαθμίδες που χαρακτηρίζονται από έντονη ερευνητική παραγωγικότητα.

5. Θεσπίζεται το δίπτυχο "Έρευνα-Μεταπτυχιακά" και αμβλύνεται το τρίπτυχο "Εκπαίδευση-Ερευνα-Μεταπτυχιακά". Η διαπίστωση αυτή τεκμηριώνεται απόλυτα από την ονομασία και το περιεχόμενο των νέων οργάνων, Πανεπιστημιακών (Επιτροπή Μεταπτυχιακών Σπουδών και Έρευνας) ή σε επίπεδο Πολιτείας (Εποπτικό Συμβούλιο Μεταπτυχιακών Σπουδών και Έρευνας). Δεν είναι τυχαίο ότι οι αποφάσεις για κάθε θέμα που σχετίζεται με την έρευνα λαμβάνονται πλέον από τα Ειδικής Σύνθεσης ακαδημαϊκά όργανα (ΓΣΕΣ ή ΣΕΣ), τα οποία μέχρι τώρα έχουν την ευθύνη των μεταπτυχιακών θεμάτων, και όχι από τα όργανα με κανονική σύνθεση.

Αν και η βαθύτερη μελέτη του σχεδίου θα μπορούσε να αναδείξει περισσότερα ζητήματα για συζήτηση, θεωρώ ότι όσα έχουν ήδη αναφερθεί δημιουργούν έντονες ανησυχίες για την εξέλιξη της Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και θα πρέπει να αποτελέσουν θέματα σοβαρού προβληματισμού πριν η όποια συμφωνία μας σφραγίσει τις εκπλήξεις του άμεσου μέλλοντος.

Φοβούμαι ότι η μέχρι σήμερα ακολουθούμενη τακτική των τροπολογιών επί των σχεδίων νόμου, δεν ωφέλησε καθόλου στη αλλαγή των βασικών αντιλήψεων που χαρακτηρίζουν το νομοσχέδιο.

Οι σκέψεις αυτές δεν συνάδουν με απόψεις που σχετίζονται με την αποκλειστικότητα και την αδιαμφισβήτητη αυθεντία των Πανεπιστημίων σε θέματα εκπαίδευσης και έρευνας, ή με προσκολλήσεις στο παραδοσιακό μοντέλο λειτουργίας των ΑΕΙ. Πηγάζουν από την πεποίθηση ότι στην αναζήτηση νέων ρόλων και νέας φυσιογνωμίας για τα Πανεπιστήμια, θα πρέπει να υπάρξει ενίσχυση των βαθμών ελευθερίας τους, στήριξη των δρόμων ανάπτυξής τους και πολιτική βούληση για την ενδυνάμωση του ρόλου τους. Αν η Πολιτεία θέλει το σύγχρονο Πανεπιστήμιο να βρεθεί στο επίπεδο των απαιτήσεων της κοινωνίας τη γνώσης, να βελτιώνει συνεχώς την ποιότητα του και να αποδεικνύει την κοινωνική προσφορά του, δεν μπορεί να "συρρικνώνει" τις δραστηριότητές του.

Είναι βαθιά επικίνδυνη η αντίληψη που ισοπεδωτικά συνδέει τα Πανεπιστημιακά δρώμενα με οικονομικούς όρους και εντάσσει και το Πανεπιστήμιο στο μηχανισμό της αγοράς. Αποστεώνει πλήρως το χαρακτήρα των Πανεπιστημίων στον τομέα της παιδείας κυρίως, αλλά και της παραγωγής γνώσης και αγνοεί ότι η ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης κρίνεται και από την ποιότητα του τελικού αποδέκτη που είναι ο ενεργός νέος επιστήμονας και συνειδητός πολίτης.