ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ
ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΧΑΡΤΗ
ΤΗΣ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Τα τελευταία χρόνια  στο σύνολο των βαθμίδων της εκπαίδευσης και ιδιαίτερα στη τριτοβάθμια, παρατηρούμε τη σταθερή εφαρμογή μιας πολιτικής ριζικών αναδιαρθρώσεων με στόχο την ανατροπή του ρόλου, του χαρακτήρα, των στόχων και της αποστολής  του εκπαιδευτικού συστήματος, με βασικό άξονα τη μετάλλαξη του κοινωνικού αγαθού της γνώσης και της μόρφωσης σε απλό εξάρτημα των συντελεστών της παραγωγής μιας κοινωνίας που στηρίζεται στην παντοδυναμία του κέρδους.
Το φαινόμενο αυτό που συναντάται σε παγκόσμια κλίμακα συνδέεται με συγκεκριμένες πολιτικές στον ευρωπαικό χώρο, οι οποίες στη συνέχεια εισάγονται και υλοποιούνται με μια σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων και πρωτοβουλιών στη χώρα μας. Ο πρόσφατα ψηφισμένος νόμος για την ανωτατοποίηση των ΤΕΙ βρίσκεται στη μέση μιας ολόκληρης περιόδου, και εντάσσεται στα πλαίσια των πολιτικών επιλογών εκ μέρους της πολιτείας,  με πληθώρα αντίστοιχων νομοθετημάτων που έχουν προηγηθεί και πρόκειται να ακολουθήσουν.
Εδώ επιγραμματικά θα μπορούσαμε να αναφέρουμε σαν πιο σημαντικούς σταθμούς σ αυτή την πορεία,


Ο βασικός και άμεσος στόχος όλων αυτών των παρεμβάσεων συνοψίζεται στα παρακάτω σημεία:
 


Ανάγκη για  τη διαμόρφωση μιας νέας στάσης της πανεπιστημιακής κοινότητας
 

Εάν οι παραπάνω θέσεις αποτελούν κοινό τόπο για τους πρωταγωνιστές των νέων σχεδιασμών, η πανεπιστημιακή κοινότητα στο σύνολό της ( σπουδαστές, εργαζόμενοι, διδάσκοντες) οφείλει να απαντήσει δυναμικά, προβάλλοντας το δικό της όραμα για το πανεπιστήμιο σήμερα, με συνολικό και συγκροτημένο τρόπο.
Οι αποσπασματικές αντιδράσεις σε κάθε πρωτοβουλία ευρωπαικής ή εγχώριας έμπνευσης παγιδεύει το πανεπιστήμιο. Η ιδεολογική και πολιτική προετοιμασία ευρύτερων  κοινωνικών στρωμάτων έχει σε μεγάλο βαθμό συντελεστεί με τη χρήση των επικοινωνιακών μέσων και των ρητορικών σχημάτων που έχουν στη διάθεσή τους οι πολιτειακοί φορείς.
Ιδεολογήματα όπως εκσυγχρονισμός, ανάπτυξη, ανωτατοποίηση, αξιολόγηση, ανταγωνιστικότητα, ευελιξία, κινητικότητα , συγκρισιμότητα αποτελούν το βασικό οπλοστάσιο στα χέρια όσων επιχειρούν αυτή την πολιτική στο όνομα της υποτιθέμενης κοινωνίας της γνώσης και της πληροφορίας που επαγγέλονται.
Η απάντηση εδώ θα πρέπει να είναι κατηγορηματική: δεν τους πιστεύουμε.
Η κοινωνία της γνώσης και της πληροφορίας δεν μπορεί παρά να εξασφαλίζει σε όλα τα μέλη της αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης , ελευθερία, δημοκρατία, ενίσχυση πολιτιστικών στοιχείων, δυνατότητες ελεύθερου στοχασμού και αυτό γίνεται πράξη μόνο όταν η λογική των ανθρώπινων αναγκών τίθεται πάνω από τη λογική του κέρδους. Για να έχει όμως η θέση μας αυτή υλική υπόσταση, θα πρέπει το πανεπιστήμιο να ακολουθήσει μορφές πάλης και διεκδικήσεις που θα εξασφαλίζουν απαντήσεις, όχι σε διαπιστώσεις γενικού περιεχομένου αλλά στα πολύ συγκεκριμένα και ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα τα πανεπιστήμια.
Το ερώτημα : Ποιές είναι οι αναγκαίες και ικανές συνθήκες για να θεωρείται σήμερα ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα ανώτατο? Πρέπει να απαντηθεί τόσο από την πολιτεία όσο και από τους πανεπιστημιακούς.
Οι θέσεις που ακολουθούν αποτελούν μια πρώτη οριοθέτηση της δικής μας απάντησης στο κρίσιμο αυτό ερώτημα.

Καταστατικές αρχές λειτουργίας των ΑΕΙ

1. Για να είναι ο δημόσιος και δωρεάν χαρακτήρας της Ανώτατης Εκπαίδευσης εξασφαλισμένος, απαιτείται γενναία αύξηση των δαπανών για την Παιδεία. Στη χώρα μας ιδιαίτερα που υπολείπεται κατά πολύ του μέσου ευρωπαικού όρου σαν ποσοστό επί του ΑΕΠ, το αίτημα αυτό είναι άμεσο και επιτακτικό. Η απάντηση ότι οι μειωμένες κρατικές δαπάνες συμπληρώνονται από τις χρηματοδοτήσεις της ευρωπαικής ένωσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Οι δαπάνες αυτές συνοδεύονται από προυποθέσεις και όρους που δεν ανταποκρίνονται στις διαπιστωμένες ανάγκες των ελληνικών ΑΕΙ. Αντίθετα, χορηγούνται για δράσεις και ενέργειες που στοχεύουν κυρίως στην πολιτική που αποκηρύτουμε.
2. Για να θεωρείται ένα Ίδρυμα ανώτατο, οργανικό κομμάτι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης , απαιτείται εξασφαλισμένη υποδομή εξοπλισμών και κτιρίων, σε αίθουσες διδασκαλίας, αμφιθέατρα, εργαστήρια, βιβλιοθήκες γραφεία και τα αναγκαία συμπληρώματα των νέων τεχνολογιών, δίκτυα, υπολογιστικά κέντρα κλπ. σε τέτοιο βαθμό και έκταση που να καλύπτουν ικανοποιητικά τους μεγάλους αριθμούς σπουδαστών που εισάγονται με ευθύνη της πολιτείας για την ικανοποίηση του κοινωνικού αιτήματος για παιδεία και μόρφωση.
Δεν είναι σήμερα δυνατόν τα ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης  (ΑΕΙ,ΤΕΙ) να μην διαθέτουν εκείνο τον αριθμό αιθουσών διδασκαλίας, που να εξασφαλίζει την ομαλή υλοποίηση των προγραμμάτων σπουδών σε μια λελογισμένη χρονική διάρκεια κατά την ημερήσια εφαρμογή του. Παράλληλα, απαιτείται αναγκαίος αριθμός θέσεων εργαστηριακής εξάσκησης για το σύνολο των σπουδαστών στη διάρκεια των εξαμηνιαίων μαθημάτων.
3. Η διδασκαλία, η έρευνα (βασική και εφαρμοσμένη) , η παραγωγή νέας γνώσης και η πρακτική εξάσκηση, όπου κρίνεται αναγκαία, για να είναι της στάθμης που οι σύγχρονες ανάγκες επιβάλλουν, απαιτούν διδακτικό προσωπικό υψηλής στάθμης που προσλαμβάνεται με αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια. Το δυναμικό αυτό πρέπει να έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα εφόδια σε εργαστηριακό εξοπλισμό και πιστώσεις για να επιτελεί το εκπαιδευτικό και ερευνητικό του έργο αξιοπρεπώς, με την παράλληλη υποχρέωση να υπόκειται σε τακτές αξιοκρατικές κρίσεις και αξιολογήσεις, έχοντας ως κίνητρο  και τη βελτίωση της θέσης του στην ακαδημαική ιεραρχία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε τη σημαντική βελτίωση που απαιτείται στις μισθολογικές  του απολαβές και στο συνταξιοδοτικό καθεστώς που το διέπει, υπό την προυπόθεση ότι θα έχει την προσοχή του κύρια και αποκλειστικά στραμμένη στο πανεπιστημιακό του έργο, και δεν θα αμείβεται από παράλληλες ενέργειες στα διάφορα είδη ερευνητικών προγραμμάτων που υλοποιεί.
4. Κάθε πανεπιστημιακή λειτουργία, εκπαιδευτική, ερευνητική, παροχής υπηρεσιών κλπ. θα πρέπει να ασκείται και να ελέγχεται από τα συλλογικά όργανα των Ιδρυμάτων που θα λειτουργούν με ένα ελεύθερο και δημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο απόλυτα διαφανές. Τα τελευταία χρόνια το παναπιστήμιο κατακλύζεται από νομοθετικές παρεμβάσεις ανατροπής του θεσμικού πλαισίου και δημιουργίας νέων αυτόνομων οργάνων και μηχανισμών λειτουργίας που καθορίζονται από μια χαλαρή έως ανεξάρτητη σχέση με τα κυρίαρχα συλλογικά όργανα του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου. Στην κατεύθυνση αυτή αναφέρουμε για παράδειγμα τα κέντρα έρευνας, τα ερευνητικά ινστιτούτα, την οργάνωση και διευθυνση των ΔΠΜΣ από τις Ειδικές Διατμηματικές Επιτροπές (ΕΔΕ), τα Διοικητικά Συμβούλια των ΕΠΙ, τη δημιουργία πληθώρας εταιρειών που διαχειρίζονται σημαντικές ευρωπαικές χρηματοδοτήσεις, κατευθυνόμενες σε δράσεις όπως δίκτυα, υπολογιστικά κέντρα, βιβλιοθήκες κλπ. Οι μηχανισμοί αυτοί, ενώ υποτίθεται ότι δημιουργούνται για να λειτουργούν συμπληρωματικά στις δράσεις που αναπτύσσουν τα πανεπιστήμια, καταλήγουν σε ανταγωνιστικές προς το πανεπιστήμιο συμπεριφορές, απόλυτα εναρμονισμένες με τις επιταγές της ελεύθερης αγοράς.
5. Οι πανεπιστημιακές σπουδές και τα πτυχία που χορηγούν τα Τμήματα που απαρτίζουν τα ΑΕΙ θα πρέπει να είναι οργανωμένες στη βάση ενός ενιαίου γνωστικού περιεχομένου, το οποίο θα καλύπτει μια ολοκληρωμένη γνώση σε μια επιστημονική περιοχή, θεωρητικής , θετικής ή τεχνολογικής κατεύθυνσης. Οι σπουδές αυτές θα πρέπει να ολοκληρώνονται  στα πλαίσια ενός ενιαίου κύκλου σπουδών, ο οποίος δεν μπορεί να είναι μικρότερος από 4 χρόνια, και συνολική διάρκεια ανάλογη με την ιδιαιτερότητα και τις απαιτήσεις των επί μέρους επιστημονικών περιοχών.Τα προγράμματα σπουδών, η εργαστηριακή και πρακτική άσκηση και οι τίτλοι σπουδών που θα χορηγούνται, θα πρέπει να σχεδιάζονται και να υλοποιούνται για την ικανοποίηση δύο στόχων : α) την ολοκληρωμένη επιστημονική  γνώση του ιδιαίτερου γνωστικού αντικειμένου και β) τη δημιουργία πτυχιούχων, εφοδιασμένων με τις αναγκαίες δεξιότητες για την άσκηση επαγγέλματος και την υλική ανταλλαξιμότητα των σπουδών τους.
Η δημιουργία προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών θα προκύπτει για την κάλυψη πρόσθετων γνώσεων και δεξιοτήτων σε εξειδικευμένα γνωστικά αντικείμενα, ή για την απόκτηση διδακτορικού διπλώματος,υπό την προυπόθεση ότι αυτά δεν θα έχουν ανταγωνιστικό χαρακτήρα με τα προγράμματα προπτυχιακών σπουδών και δεν θα είναι εξ αντικειμένου δυνατόν να καλύπτονται σε προπτυχιακό επίπεδο.
6. Οι πάσης φύσεως χρηματοδοτήσεις των ΑΕΙ, που προέρχονται εκτός του
δημόσιου λογιστικού, θα πρέπει να ενσωματώνονται σε έναν ενιαίο προυπολογισμό με στόχο είτε την ικανοποίηση των πάγιων αναγκών των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, είτε  τη στήριξη των αναπτυξιακών και στρατηγικών του σχεδιασμών. Αυτό βέβαια προυποθέτει από την πλευρά των Ιδρυμάτων τον σχεδιασμό μακροχρόνιων αναπτυξιακών προγραμματισμών, καθώς επίσης και την εμπεριστατωμένη καταγραφή των ελλείψεων σε υλικοτεχνική υποδομή και προσωπικό στήριξης του συνόλου των λειτουργιών του.
7. Τα πανεπιστήμια έχουν την υποχρέωση  να συμπεριλαμβάνουν στους εσωτερικούς κανονισμούς λειτουργίας τους την καθιέρωση διαδικασιών και μεθόδων για την καταγραφή και αποτίμηση σε τακτά χρονικά διαστήματα, τόσο της ποιότητας του παρεχόμενου έργου, όσο και των αναγκών για την περαιτέρω ανάπτυξή τους. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να οργανώνεται στη βάση τριών αξόνων.
Ο πρώτος άξονας θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει τις σχέσεις πολιτείας – πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Η αποτίμηση του ύψους και των μεθόδων χρηματοδότησης που κατευθύνονται στα ΑΕΙ, το θεσμικό πλαίσιο και οι εκάστοτε παρεμβάσεις στις λειτουργίες και δράσεις των ιδρυμάτων, καθώς επίσης και ο αριθμός των σπουδαστών που εισάγονται θα είναι  ένα από τα αντικείμενα αξιολόγησης του ρόλου και των παρεμβάσεων της πολιτείας.
Ο δεύτερος άξονας θα σχετίζεται με την αποτίμηση των βασικών λειτουργιών που επιτελεί το πανεπιστήμιο,εκπαιδευτική, ερευνητική, και τις σχέσεις του με την κοινωνία και την παραγωγική διαδικασία. Οι λειτουργίες όμως αυτές δεν μπορούν και δεν πρέπει να αξιολογούνται αυτόνομα στη βάση ποσοτικών δεικτών, αλλά θα πρέπει να κρίνεται με ακαδημαικά κριτήρια , η σύμμετρη  κατανομή του χρόνου, των χρηματικών πόρων και των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν τα θεσμοθετημένα όργανα και τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας στο καθημερινό τους έργο. Η αυτόνομη αποτίμηση ενός εκάστου εξ αυτών στη βάση ποσοτικών και απόλυτων μεγεθών θα οδηγεί νομοτελειακά στην ενίσχυση των ιδιαίτερων εκείνων δραστηριοτήτων, που επιτάσσουν ανάγκες και μηχανισμοί ανταγωνιστικοί στο ρόλο και την αποστολή των ιδρυμάτων.
Ο τρίτος άξονας θα πρέπει να οργανώνεται γύρω από την ικανότητα των πανεπιστημιακών συλλογικών οργάνων να σχεδιάζουν και να υλοποιούν αναπτυξιακούς προγραμματισμούς, εναρμονισμένους με τις κοινωνικές ανάγκες που οι καιροί επιτάσσουν.
 

                                                               Αθήνα 30 Μαίου 2001
                                                                           Γ. Σπαθής